公元前5至4世纪的古希腊语发音,与希腊化时期、中世纪以及的希腊语发音存在显著差异。
关于古希腊语发音的研究,始于15世纪末文艺复兴时期的学者。他们及后世研究者发现的证据表明,古希腊语发音与晚期拜占庭/现代希腊语存在本质差异。荷兰学者伊拉斯谟在此过程中发挥了决定性作用,他提出的古希腊语发音方案在欧洲被广泛称为“伊拉斯谟式发音”,这种重构后的古代发音自16世纪起逐渐成为全球大学的教学标准。
现代语言学的历史比较研究,证实了伊拉斯谟等人自16世纪以来提出的观点。基于当下对语言结构更完整的认知,以及对文学与非文学文献更广泛的掌握,我们已能够相当准确地还原古典古希腊语的发音。为实现这一目标,正如下文详细阐述的那样,语言学主要借助以下证据:古希腊语的音系结构、古希腊语字母的拼写形式、现代希腊语方言、古代语法学家和注疏家的记载、其他语言中的对应借词,以及文本的格律。
在希腊,出于实用考量,古典文本的阅读教学遵循现代希腊语的发音规则。尽管重构后的古代发音在希腊高校已成共识,但教材中对此仅略有提及。现代希腊社会公众普遍对古希腊语与现代希腊语的发音差异缺乏清晰认知。
定义
古希腊语的教学发音,是指基于古代音系的结构与功能,对公元前5世纪和4世纪古典文本的语言进行的语音还原。尽管这一时期主要涵盖从阿提卡散文到德摩斯梯尼和亚里士多德的诗歌,但本文约定俗成地将其范围扩展至公元前6世纪的语言,即包括抒情诗人和历史学家(如希罗多德)所属的时代。
问题的历史定位
伊拉斯谟之前的学者
前的安东尼奥·德·内夫里哈像]]
在中世纪前期,尤其是文艺复兴之前,西欧不存在古典学教育,当时拉丁语占据主导地位。直到13世纪牛津大学成立时,才出资设立了首个古希腊语教席,然而该教席运作并不健全。具有标志性意义的是,意大利诗人彼特拉克在1360年声称,他所知晓掌握古典希腊语的意大利人仅有八位。
人文主义思潮的兴起与1453年君士坦丁堡的陷落,为古典学术的复兴以及古希腊语的教学注入了真正的生机。许多希腊学者,主要是法纳尔人,逃往意大利及其他西欧国家,在那里传授他们自身研习和抄录的古典语言。然而,很自然地,这些学者在阅读和教授古代典籍时,使用的是晚期拜占庭或现代希腊语的发音,从而将他们日常口语(即母语)的发音方式带入了古典语言的教学中。
不久,未受希腊语传承与演变后发音负担的西方学者便察觉到,现代希腊语发音无法完美呈现古典语言,并在教学中引发了诸多问题。例如,他们难以解释、、、、、这些字母或字母组合读音相同却在拼写上呈现的多种形式(即现代希腊语中它们都读作的“爱欧塔化”现象),也无法理解双元音、的发音规则,以及为何会读作这种令人费解的发音。
首位以书面形式对用现代希腊语发音诵读古典文本的可靠性提出质疑的,据称是西班牙人文主义者安东尼奥·德·内夫里哈(1441—1522),其相关论述发表于1503至1516年间。他的著作题为《希腊人的谬误》(),其中关于、、等字母的语音特征及双辅音的若干观察,展现了其敏锐的洞察力,至今仍具参考价值。
另一位杰出的改革者是著名印刷商阿尔杜斯·马努提乌斯(1458—1514)。他于1508年出版了《希腊字母表》()一书,在书中解释了为何认为古代双字母发单元音的观点是错误的。他首次引用著名的拟声词“”(古人用以模拟羊叫的声音)作为论据,以此来阐释相关音素的音位。
伊拉斯谟的贡献与著作
对古典语言发音的系统性研究,主要由荷兰大家伊拉斯谟(全名1466—1536)完成,他曾在神罗和英国的大学任教。伊拉斯谟深受前述学者的影响,尤其是在意大利的希腊学者(如约安尼斯·阿伊罗普洛斯、、,以及),这些古典文献研究者已就古代发音提出过见解。1528年,伊拉斯谟出版了他的经典著作《论正确地发出拉丁语和希腊语的音》(),该书采用学生与教师(寓言化身为狮子和熊)对话的形式写成。在这部著作中,伊拉斯谟论证了沿用现代希腊语发音来读古典语言的缺陷,将注意力集中在同音词、拟声词、希腊语进入拉丁语的借词,以及如果遵循现代希腊语发音则难以解释的音变现象上。在评述元音和辅音的发音时,他列举了欧洲各语言与古代发音的延续或偏离之处,认为此举有助于恢复(如他所言)古代语言的“优美音韵”。尽管他本人似乎并未采用自己重构的这套发音体系——因其既遭遇了同时代人的抵触,也受到天主教会的反对(后者最终对他施以绝罚)——但“伊拉斯谟式发音”这一术语最终被用来指代那些接受其论点的人所使用的发音。
雕刻的伊拉斯谟木版画]]
伊拉斯谟式发音未能立即普及,其原因一方面与上文所述的欧洲宗教分裂有关,另一方面则在于学术体制对改革的抵制。抵制的代表人物主要是德国学者约翰内斯·罗伊希林(1455—1522),他坚持在古典语言教学中沿用拜占庭式或称爱欧塔化的发音(后被称作“罗伊希林式发音”)。令传统发音拥护者尤为不悦的是,伊拉斯谟对另一门古典语言——拉丁语的发音也提出了类似的质疑。这触动了由来已久的传统发音习惯,例如,他主张将读作而非习惯上的或,或将、等音节读作、而非习惯上的、。
伊拉斯谟式发音的接受与普及
1540年,剑桥大学的两位青年学者——英国人和——分别当选为希腊语教授和民法教授,成为率先实践伊拉斯谟式发音的先驱。这两位教授不仅依据伊拉斯谟的推理,还参考了英语的并行演变。当时的英语正经历特定音素的双元音化阶段以及所谓的第二次辅音推移,这有助于后来的学者理解元音序列的演变轨迹。然而,他们的理念未能即刻推广。1542年,时逢天主教主教加德纳担任剑桥大学校长,校方颁布法令禁止使用伊拉斯谟式发音。直至后来女王伊丽莎白一世登基,她对宗教改革与学术研究持宽容态度,这才激励了奇克和史密斯将其关于发音改革的建议系统化。
最终,以英国为起点,伊拉斯谟式发音在欧洲其他学术圈中得到广泛传播,并于16世纪下半叶在意大利确立。然而,由于各语言间的差异以及英语自身的演变,学术圈中业已确立的伊拉斯谟式发音模式亟需某些修正。这一工作在1895年得以实现,当时威尔士大学出版了E·V·阿诺德与R·S·康韦合著的手册《希腊语与拉丁语复原发音》()。他们的建议与修正方案,经1908年根据(英国)古典学协会的提议加以补充,构成了当今英美大学(以及西欧其他国家,略有差异)教授古典语言时所遵循的发音标准。
伊拉斯谟式发音在希腊的接受度
然而,在希腊地区,事态的发展却有所不同。临近希腊独立战争时期,获悉欧洲关于伊拉斯谟式发音讨论的希腊学者,对此或持怀疑态度,或表现出公开的敌意。持此立场者包括、阿扎曼蒂奥斯·科莱斯、,尤其以(1889年著有《对伊拉斯谟式希腊语发音证据的检验》)和法纳尔学者(1830年著有《论希腊语的正确发音》)为代表。
多数希腊学者持排斥态度的背后,存在多种复杂动因。如前所述,一个关键因素在于伊拉斯谟式发音与新教改革及反天主教立场的关联。史料表明,许多西欧的新教学者,尽管无可否认具备学术造诣,却倾向于将流散的(东正教)希腊学者视为缺乏教育、迷信且“无知”之人,因为他们未能保存古典语言的“真正发音”。希腊民族数个世纪以来臣服于奥斯曼帝国的事实,更招致了西方学者的轻视,他们如今试图纠正所承袭的晚期拜占庭-现代希腊语发音。另一加剧希腊学者抵触情绪的原因在于,伊拉斯谟式发音所伴随的重音方案,是基于音节长短而非重音强弱,这更契合拉丁语的特点。
希腊语言科学的奠基人,是该国革新式发音的倡导者。他以系统的方法论证了希腊语发音历经数个世纪已经发生演变。尽管出于实际考量,他并未主张将这种经过改革的发音引入希腊教育体系,但他明确指出,忽视古今发音的差异,会给未系统研究过该问题的人带来关于这门语言的误导性认知。
以下章节将考察证明古典语言发音与晚期拜占庭时期发音存在巨大差异的证据。尽管伊拉斯谟式音值还原存在显著缺陷——其中许多已在后续研究中被指出——但相较于演变了后的现代希腊语发音,它仍是对古希腊语音系更为可靠的探索。下文列举的部分论据,在伊拉斯谟的著作中已有提及。
古希腊语发音证据
我们对古希腊语古代发音的重建依赖于以下重要证据:
音系证据
若以现代希腊语的发音来对应、、、、、、等多种不同的字母或组合,并以对应、,以对应,这对于古典语言而言,将构成一种既无道理又无必要的繁琐。由同音现象造成的混淆将比比皆是:(“我们”)与(“你们”)、(“肩膀”)与(“然而”)、(“缺少”)与(“悲伤”)与(“脂肪”)、(“空间”)与(“舞蹈”)等等。
然而,更为有力的论据来自于音系系统自身的运作及其内部可观察到的变化:
接受现代希腊语发音,将与词干中发生的元音变换现象相抵触。元音变换的各个等级(如质变、延长、缩短等)涉及词干元音的改变(例如:“携带”– “负担”– “当场被捉的”;“心灵”– (属格)– “疯狂的”;“派遣”– “装备”– “被派遣”)。唯有采用双元音发音,才能圆满解释以下情况中发生的同样现象:“躺着” – “床”;“变换”– “报酬”;“墙”– “墙壁”;“说服”– {{Script|Grek|πέ-ποιθ-α“相信”(完成时)等等。将双元音读作、而非,才能解释整个元音变换序列的行为以及加音等级的出现。
Η συνάντηση φωνηέντων εντός λέξεως οδηγεί συχνά σε συγχώνευση των αρθρωτικών χαρακτηριστικών τους, ώστε να προκύψει μακρό φωνήεν συγγενές προς τα συμβαλλόμενα. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό υπό τον παραδοσιακό όρο συναίρεση (αγγλ. contraction). Εφόσον η συναίρεση περιλαμβάνει συγχώνευση αρθρωτικών χαρακτηριστικών, αναμένεται ότι το προϊόν της θα παρουσιάζει στενή αρθρωτική συγγένεια συμβατή προς τη φωνητική υφή των συμμετεχόντων. Τα προϊόντα της συναιρέσεως θα ήταν δυσεξήγητα, αν δεν καθοριζόταν επακριβώς η προφορά των φθόγγων που συμμετέχουν στη μεταβολή. Τα ακόλουθα παραδείγματα το αποδεικνύουν:
ε + ο > ου, π.χ. ποιέ-ομεν > *'. Η νεοελληνική προφορά των φωνηέντων [e], [o] δείχνει σαφώς ότι από τη συνάντησή τους δεν προκύπτει [u] αλλά [o] (λ.χ. Θεόδωρος > Θόδωρος, νεωπός > νωπός, όπου έχουμε έκκρουση του κλειστότερου [e] από το ισχυρότερο [o]). Απεναντίας, προϊόν της συναιρέσεως αυτής είναι ένα μακρό κλειστό [oː]. Συνεπώς, η προφορά του ρήματος είναι [poi̯oːmen].
ε + ε > ει, π.χ. θεωρέ-ετε > *'. Η νεοελληνική προφορά του φωνήεντος [e] καθιστά σαφές ότι από τη συνάντησή τους δεν προκύπτει [i], αλλά νέο μακρό κλειστό φωνήεν [eː] (π.χ. γερμ. sehen* «βλέπω»). Συνεπώς, η προφορά του τύπου είναι [tʰeɔːreːte].
α + ο/ω > ω, π.χ. φάος > *'. Αν κατά τη συνάντηση των φωνηέντων ίσχυε η νεοελληνική προφορά, το ανοικτότερο [a] θα είχε υπερισχύσει (π.χ. μεσν. > , από όπου σχηματίστηκε ο νεότερος αόριστος έχασα και, μεταρρηματικώς, ο τύπος χάνω). Απεναντίας, προέκυψε νέο μακρό ανοικτό φωνήεν [ɔː] (π.χ. αγγλ. broad* «πλατύς»). Συνεπώς, η προφορά του τύπου είναι [pʰɔːs].
Το φαινόμενο της χρονικής αύξησης στους παρελθοντικούς χρόνους των ρημάτων προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια, αν παραβλέψουμε το ζήτημα της προφοράς των αρκτικών διφθόγγων. Παραδείγματα: *', όπου προστίθεται ο δείκτης της αυξήσεως ε-* και ακολουθεί συναίρεση: [e] + [a] > [ɛː] (μακρό ανοικτό φωνήεν {η}), χωρίς συμμετοχή του υποτακτικού στοιχείου της διφθόγγου {ι}.
Σε συγκεκριμένα συμπλέγματα που περιλαμβάνουν ημίφωνο και ένα ή περισσότερα σύμφωνα, των οποίων προηγείται βραχύ φωνήεν, παρατηρείται το φαινόμενο που αποκαλούμε αναπληρωτική έκταση ή αντέκταση (αγγλ. compensatory lengthening). Για να αποφευχθεί σύμπλεγμα που αντίκειται στους φωνολογικούς κανόνες της αρχαίας γλώσσας, παρατηρούμε σίγηση ενός ή περισσοτέρων συμφώνων με ταυτόχρονη έκταση του βραχέος φωνήεντος. Παραδείγματος χάριν, στη δοτική πληθυντικού του ουσ. λέων, -οντος ο αναμενόμενος τύπος θα ήταν *λέοντ-σι (θέμα *λεοντ- + επίθημα -σι της δοτικής), που όμως περιλαμβάνει το σύμπλεγμα -ντσ- (αδύνατο για την αρχαία γλώσσα). Με σίγηση των συμφώνων -ντ- και έκταση του [o] σε [oː] σχηματίστηκε ο τύπος λέουσι [leoːsi], επειδή το μακρό κλειστό [oː] αποδιδόταν από το δίγραμμα ου.
Τεκμήρια από παλαιότερα αρχαιοελληνικά αλφάβητα και διαλέκτους
, ενώ η γραφή Θεμισ-Θ-ο... είναι ορθογραφικό σφάλμα που αποδεικνύει την παρεμφερή προφορά Θ και Τ στην Αττική διάλεκτο.]]
Πριν από τη μεταρρύθμιση του Αττικού αλφαβήτου κατά τα Ιωνικά πρότυπα το 403 π.Χ., το σύμβολο Η εχρησιμοποιείτο για να υποδηλώσει τη δασεία (ακριβώς όπως στο Λατινικό και στα περισσότερα σύγχρονα Ευρωπαϊκά αλφάβητα), ενώ ο φθόγγος η γραφόταν και αυτός «Ε» (π.χ. τα γνωστά όστρακα «ΘΕΜΙSΘOKLEΣ NEOKLEOΣ» «Θεμιστοκλής Νεοκλέους» ή η λίθινη επιγραφή «HOPOΣ EIMI TEΣ AΓOΡAΣ» «»). Στο παλαιότερο αυτό Αττικό αλφάβητο το γράμμα Ε υποδήλωνε τους δύο παραπλήσια προφερόμενους φθόγγους ε (βραχύ κλειστό) και η (μακρό ημιάνοικτο), ενώ το γράμμα Ο τους τρεις παραπλήσια προφερόμενους φθόγγους ο (βραχύ κλειστό), ω (μακρό ανοικτό) και ου (μακρό κλειστό).
Η συχνή δωρική γραφή αντί υποδηλώνει ότι στις δωρικές διαλέκτους το θ ίσως προφερόταν όπως το νεοελληνικό θ και όχι όπως το αττικό θ [tʰ], oπότε με το γράμμα Σ ο γράφων προσπαθούσε να προσεγγίσει τη φωνητική προφορά ενός φθόγγου για τον οποίο δεν υπήρχε εντελώς κατάλληλο σύμβολο.
Η ομοιότητα αλλά και οι διαφορές στην προφορά των η και α υποδηλώνεται επίσης από τους διαλεκτικούς τύπους (Αττική, Κοινή και Νεοελληνική).
Τεκμήρια από μεταγραφές άλλων αλφαβήτων
Αξιοσημείωτη μαρτυρία για την αρχαία προφορά προσφέρει επίσης η απόδοση ελληνικών λέξεων (κυρίως ονομάτων και τοπωνυμίων) σε άλλες γλώσσες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν διαφορετικό αλφάβητο. Το τεκμήριο αυτό έχει εντούτοις βοηθητικό και ενισχυτικό ρόλο σε όσα ήδη γνωρίζουμε από τη φωνολογική ανάλυση, η δε χρησιμότητά του εξαρτάται από τις επιλογές που ήταν διαθέσιμες στα άλλα αλφάβητα. Ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα από τη λατινική γλώσσα.
Η απόδοση των αρχαίων ελληνικών ονομάτων στη Λατινική παρέχει ισχυρές ενδείξεις σχετικά με την υφή του φθόγγου η. Η λατινική μεταγραφή των ονομάτων Κρήτη: Creta, Πελοπόννησος: Peloponnesus, Θῆβαι: Thebae, Ἀθηνᾶ: Athena, Ἡρακλῆς: Heracles αποτελεί αξιόπιστη πρόσθετη μαρτυρία ότι το αρχαίο η δεν προφερόταν [i] αλλά [ē], διότι η Λατινική είχε την επιλογή του γράμματος i, για να αποδώσει την προφορά [i]. Εξίσου διδακτικές είναι επίσης οι μεταγραφές λατινικών λέξεων και ονομάτων στο ελληνικό αλφάβητο: κ.ά.
Η μεταγραφή των αρχαίων *' παρέχει σοβαρές ενδείξεις ότι τα φ, χ αντιπροσώπευαν τους δασείς φθόγγους [pʰ], [kʰ] και όχι τα άηχα τριβόμενα [[Άηχο χειλοδοντικό τριβόμενο|[f]]], [[Άηχο ουρανικό τριβόμενο|[x]]], διότι η Λατινική διέθετε τα γράμματα f, h προς απόδοσή τους. Κατόπιν οδηγούμαστε στο εύλογο συμπέρασμα ότι και το τρίτο σύμφωνο της τάξεως αυτής, το θ*, ανήκε επίσης στα δασέα και προφερόταν [tʰ], όχι [[Άηχο οδοντικό τριβόμενο σύμφωνο|[θ]]].
Το Λατινικό αλφάβητο υιοθέτησε ξεχωριστό γράφημα για τον φθόγγο [[Πρόσθιο υψηλό στρογγυλό|[y]]] (ü), ο οποίος δεν υπήρχε στη Λατινική και δεν αποδόθηκε από το γράμμα i. Το γράφημα αυτό αποκλήθηκε y Graecum «ελληνικό y» και απαντά αποκλειστικά σε δάνεια από την Ελληνική γλώσσα: π.χ. zelotypus, Zephyrus, Pyrrhus, Lyceum, Lydia.
Τεκμήρια από τις νεοελληνικές διαλέκτους
Μαρτυρία τής αρχαίας προφοράς παρέχουν επίσης οι νεοελληνικές διάλεκτοι. Αξιοποιήσιμα στοιχεία παρέχονται κατ’ εξοχήν από τις περιφερειακές διαλέκτους, οι οποίες διασώζουν περισσότερους αρχαϊσμούς: Κατωιταλική, Ποντιακή, Καππαδοκική, Κυπριακή, Τσακωνική. Η αξιολόγηση των στοιχείων, όμως, απαιτεί προσοχή, ώστε να διαχωρίζονται οι αρχαϊσμοί από τους νεωτερισμούς και να μην παραβλέπεται η πιθανότητα ανεξάρτητων ή παράλληλων αλλαγών. Επειδή η Ελληνιστική Κοινή δεν ισοπέδωσε τις κατά τόπους αποκλίσεις, αλλά απέκτησε διαφορετικό τοπικό χρώμα, είναι δυνατόν να εντοπίσουμε διδακτικές επιβιώσεις σε σύγχρονα ακόμη ιδιώματα.
Όταν χρησιμοποιούμε στοιχεία από τις νεοελληνικές διαλέκτους για να επανασυνθέσουμε την αρχαία προφορά, απαιτείται να αποκλείουμε την πιθανότητα φωνητικής αλλαγής, δανεισμού ή απλώς κακής / ελλιπούς γραφής. Επιπλέον, η μαρτυρία ενισχύεται όταν συγκεντρώνονται αποδείξεις από διαλέκτους ή ιδιώματα που ανήκουν στην ίδια ζώνη (δωρικής ή ιωνικής επιρροής).
Η διατήρηση της προφοράς των διπλών συμφώνων, κυρίως του -λλ-, στην Κυπριακή, την Κατωιταλική, καθώς και στα ιδιώματα της Δωδεκανήσου, αποτελεί σημαντική ενισχυτική ένδειξη ότι αυτή είναι η αρχαία προφορά τους (πβ. κυπρ. άλ-λος, φύλ-λο), αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι η παρουσία τους στα αρχαία κείμενα καθιστούσε το προηγούμενο φωνήεν θέσει μακρό (στη μετρική). Η διάκριση αυτή μάλιστα καθορίζει τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος των διαλέκτων, όπως και της αρχαίας, έχοντας διαφοροποιητική αξία (πβ. νεοελλ. προβάλλω [pro'vallo] και προβάλω [pro'valo], πολλοί [polˈli] και πολύ [po'li]).
Ο φθόγγος -υ- ήταν ο τελευταίος που υπέστη ιωτακισμό, αφού αποστρογγυλοποιήθηκε μόλις τον 10ο αιώνα. Την ίδια πορεία ακολούθησε η πρώην δίφθογγος -οι-, με την οποία είχε επί αιώνες συμπέσει στην προφορά. Ας σημειωθεί ότι ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. η πρώην δίφθογγος -οι- προφερόταν [y] (ü) στη βοιωτική διάλεκτο, όπως προκύπτει από επιγραφές, π.χ. (δοτική πληθυντικού). Ενισχυτική μαρτυρία για την αρχαία προφορά παρέχουν σήμερα ελάχιστες λέξεις τής Νεοελληνικής Κοινής (π.χ. μουστάκι Παρατηρήσεις:**
Η ερασμική προφορά δεν ταυτίζεται επακριβώς με την επανασυντεθειμένη / αποκατεστημένη αρχαία προφορά, παρ’ ότι βρίσκεται εγγύτερα σε αυτήν από την υστεροβυζαντινή / νεοελληνική αντίστοιχη. Από το δείγμα κειμένου που παρατέθηκε αντιλαμβανόμαστε ότι η ερασμική προφορά που διαμορφώθηκε στα πανεπιστήμια τής Αγγλίας αποδίδει ατελώς την προφορά τής κλασικής Ελληνικής σε αρκετά σημεία. Παραδείγματα:
- Δεν διακρίνει τις γνήσιες διφθόγγους από τις «νόθες» (δηλ. αυτές που προκύπτουν από συναίρεση ή αντέκταση και σχηματίζουν στην πραγματικότητα μακρά κλειστά φωνήεντα). Επί παραδείγματι, τα μακρά φωνήεντα («νόθες» δίφθογγοι) που υπάρχουν στις λέξεις ἀγγέλλειν, Λακεδαιμονίοις, εξομοιώνονται στην ερασμική προφορά με τις δύο γνήσιες διφθόγγους της μετοχής *πειθόμενοι. Από πρακτικής απόψεως, εντούτοις, θα ήταν αδύνατον να απαιτηθεί από κάθε αναγνώστη τής αρχαίας γλώσσας να κατέχει τόσο βαθιά γνώση, ώστε να μπορεί να διακρίνει κάθε επί μέρους περίπτωση.
- Η ερασμική προφορά δεν αποδίδει τα διπλά σύμφωνα της Αρχαίας Ελληνικής.
- Η ερασμική προφορά δεν αποδίδει επακριβώς τη διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, τα οποία συνήθως εκφωνούνται σαν να είναι ισόχρονα.
- Τα άηχα δασέα σύμφωνα φ, θ, χ προφέρονται είτε απλώς [p, t, k] είτε [f, θ, x], ανάλογα με το φωνολογικό σύστημα της μητρικής γλώσσας που υπόκειται στον σπουδαστή τής ερασμικής προφοράς.
- Το αρχικό δασύ σύμφωνο [h] παραλείπεται σε ορισμένες χώρες κατά την προφορά τών λέξεων, π.χ. [oti] ≈ [hoti].
Συμπεράσματα:
Οι ιστορικοσυγκριτικές σπουδές έχουν συμβάλει στην ικανοποιητική βελτίωση της εικόνας μας για την αρχαία προφορά και την εξέλιξή της. Οι επιγραφικές και παπυρικές μελέτες τού S.T. Teodorsson (1974 κ.εξ.), του Gignac (1976), καθώς και άλλων (βλ. Horrocks 1997), απέδειξαν επιπλέον ότι βασικά χαρακτηριστικά τής ελληνιστικής φωνολογίας, όπως ο ιωτακισμός ή η προστριβοποίηση των ηχηρών κλειστών, είχαν ήδη παρουσιαστεί σε ανεπίσημα κείμενα της κλασικής Ελληνικής. Θεωρείται ότι τα εξελιγμένα αυτά δείγματα αποτελούν μέρος τού λιγότερο προσεγμένου λόγου/ύφους ή της γλώσσας των ομιλητών που ανήκαν σε κατώτερες τάξεις, αλλά δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε σε ποιον βαθμό χρησιμοποιούνταν στον πρότυπο προφορικό λόγο. Αρκετοί γλωσσολόγοι έτειναν στο παρελθόν να υποβαθμίζουν τέτοια στοιχεία, θεωρώντας τα περιθωριακά ή αποσπασματικά, αλλά ο όγκος και η διάχυση των δεδομένων συντείνει σήμερα στην άποψη ότι η ελληνιστική προφορά έχει περισσότερο βάθος χρόνου από όσο αρχικά πιστευόταν και είναι σαφές ότι οι φωνολογικές αλλαγές που άλλαξαν την ηχητική χροιά τής Ελληνικής ξεκίνησαν αρκετά νωρίτερα.
Προς τα τέλη τού 19ου αιώνα, ο γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις εισήγαγε πρώτος τα διδάγματα της συγκριτικής γλωσσολογίας σχετικά με την προφορά. Εντούτοις, μολονότι είναι παραδεκτό ότι η ερασμική προφορά πλησιάζει περισσότερο την αποκατεστημένη αρχαία, δεν υπήρξε ποτέ εισήγηση για υιοθέτησή της από τους Έλληνες λογίους και φοιτητές στην ανάγνωση αρχαίων κειμένων. Οι λόγοι είναι τρεις:
Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται ότι ο σπουδαστής τής Ελληνικής θα προφέρει διαφορετικά λέξεις και γραφήματα που συναντώνται αναλλοίωτα από την κλασική εποχή μέχρι σήμερα. Είναι ουσιαστικά ανέφικτο για λέξεις όπως άνθρωπος, οδός, θάλασσα, καιρός, γη και άλλες, καθώς και τα γραφήματα που περιέχουν, να προφέρονται διαφορετικά όταν συναντώνται σε αρχαίο, ελληνιστικό, μεσαιωνικό ή νεοελληνικό κείμενο.
Η υστεροβυζαντινή / νεοελληνική προφορά έχει τουλάχιστον χιλιετή ιστορία και, αν παραλείψουμε την τελευταία τροπή (ιωτακισμός τού -υ- [y]), ανάγεται στους ελληνιστικούς χρόνους και διαθέτει, ως εκ τούτου, μακρά παράδοση και χρήση. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων τον Μεσαίωνα δεν προέφεραν διαφορετικά τα κείμενα που φρόντισαν να διασωθούν ώς τις ημέρες μας.
Η υιοθέτηση της ερασμικής προφοράς από τους ευρωπαίους λογίους ταίριαζε περισσότερο στα συστήματα των δικών τους γλωσσών και εξυπηρέτησε πρακτικά στην εκμάθηση και γραφή τής Αρχαίας Ελληνικής.
Ο Ιωάννης Σταματάκος, επί πολλά χρόνια καθηγητής τής Αρχαίας Ελληνικής φιλολογίας, συνόψισε ως εξής το ζήτημα:
:«»
Επομένως, μολονότι είναι σκόπιμο να παρέχονται στοιχεία τής αρχαίας προφοράς σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες στις οποίες υπάρχει επαφή με το αρχαίο κείμενο, οι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι δεν είναι εφικτό ούτε λογικό να ζητηθεί η χρήση της (ή της προσεγγίζουσας ερασμικής προφοράς) από τον Έλληνα σπουδαστή ή λόγιο..
注释
参考文献
参考书目
- Allen, W. 2000: Vox graeca. Η προφορά της ελληνικής στην κλασική εποχή, μτφρ. υπό Μ. Καραλή και Γ.Μ. Παράσογλου. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.
- Horrocks G. 1997: Greek: a history of the language and its speakers. London: Longman (μτφρ. υπό Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου: Ελληνικά: Ιστορία τής γλώσσας και των ομιλητών της. Αθήνα 2006: Εστία).
- Lejeune, M. 1972: Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck
- Μπαμπινιώτης, Γ. 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Ι. Φωνολογία. Αθήνα.
- Μπαμπινιώτης, Γ. 20025: Συνοπτική ιστορία τής ελληνικής γλώσσας. Αθήνα.
- Παπαναστασίου, Γ. 2008: Νεοελληνική ορθογραφία (ιστορία, θεωρία, εφαρμογή). Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
- Pernot, H. 1921: D'Homère à nos jours. Histoire, écriture, prononciation du grec. Paris: Garnier.
- Πετρούνιας, Ευ. 2001: «Η προφορά τής κλασικής Ελληνικής», στο Α.Φ. Χριστίδη (εκδ.), Ιστορία τής Ελληνικής Γλώσσας (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών).
- Schwyzer, E. 19593: Griechische Grammatik. I. München: Beck.
- Sihler, Α. 1995: New comparative grammar of Greek and Latin. Oxford: OUP.
- Σταματάκος, Ι. 19733: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής κατά τα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αθήνα.
- Συμεωνίδης, Χ. 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. Ι. Φωνητική. Θεσσαλονίκη.
- Χαραλαμπάκης, Χ. 1999: «Η ερασμική προφορά», στο Μ.Ζ. Κοπιδάκη (εκδ.), Ιστορία τής Ελληνικής Γλώσσας (Αθήνα: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο).
- Χατζιδάκις, Γ. 19202: Ακαδημεικά Αναγνώσματα, τόμ. Α΄. Αθήνα.
- Χριστίδης, Α.Φ. 2005: Ιστορία τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
- Τα κείμενα του Εράσμου έχουν αντληθεί από την έκδοση της M. Cytowska, 1973: Opera omnia Desiderii Erasmi (Amsterdam).
延伸阅读
- Bartoněk, A. 1966: Development of the Long-Vowel System in Ancient Greek. Prague.
- Grammont, M. 1948: Phonétique du grec ancien. Lyon.
- Jannaris, A. 1897: An Historical Greek Grammar Chiefly of the Attic Dialect As Written and Spoken From Classical Antiquity Down to the Present Time. London.
- Karvounis, Chr. 2008: Aussprache und Phonologie im Altgriechischen. Wiss. Buchgesellschaft, Darmstadt, ISBN 978-3-534-20834-0
- Lupaş, L. 1972: Phonologie du grec attique. The Hague.
- Meillet, A. 19657: Aperçu d’une histoire de la langue grecque. Paris.
- Meillet, A. & J. Vendryes 19684: Traité de grammaire comparée des langues classiques. Paris.
- Palmer, L.R. 1980: The Greek language. London.
- Rix, H. 19922: Historische Grammatik des Griechischen. Laut- und Formenlehre. Darmstadt.
- Stanford, W.B. 1967: The Sound of Greek. California.
- Teodorsson, S.T. 1974: The Phonemic System of the Attic Dialect 400-340 B.C. Stockholm.
- Teodorsson, S.T. 1977: The phonology of Ptolemaic Koine (Studia Graeca et Latina Gothoburgensia). Göteborg.
- Teodorsson, S.T. 1978: The phonology of Attic in the Hellenistic period. Acta Universitatis Gothoburgensis, Göteborg.
- Threatte L. 1980: The grammar of Attic inscriptions, Band 1: Phonology, Berlin.
评论 (0)